top of page

Troy's Uncle Nikolai always reminded him of a character from Edward Lear — a fitting subject for a limerick. But since none had fitted precisely he had made up his own at about the age of ten and had got as far as: "There was an old man from Nepal, Whose face was incredibly small—" but no further. Of course Nikolai's face was not incredibly small; it appeared so because it was buried by a mass of hair and a full beard, and, often, spectacles. Overall, small was somewhat appropriate. At five feet two inches he needed not one soapbox but two from which to harangue the crowd at Speakers' Corner of a Sunday morning. Troy knew that he stood on tiptoe just for the extra couple of inches that allowed him to lean across the makeshift lectern and gesture at the crowd.

 

Troy had caught him mid-harangue, in a Leninish pose, left arm flush along the top of the lectern, the right sweeping across the crowd as the palm closed to leave a pointing index finger singling people out, as though his words were aimed solely at them.

 

"And it is to the Britain of the post-war years that we must now turn. It is time to talk of many things…"

 

 

"Of cabbages and kings," yelled a literate wag from the crowd.

 

 

"Damn cabbages," replied a wittier wag, "I seen enough of the bleedin' fings the last five years to do me a lifetime!"

 

 

Beneath the grey curls that wrapped around his face it was impossible to see whether Nikolai Rodyonovich was smiling or not. "After the last war we were promised…"

"Whaddya mean 'we'?" came another voice from the crowd. "You're about as English as frogs' legs and sauerkraut!"

 

"I am, as you know full well, Mr Robinson, a Russian. You yourself goaded me with this fact, as I recall, in the summer of 1938, and in such abusive terms that a member of the London constabulary felt obliged to step in and restrain you!"

Troy had been the constable in question. Off duty but uniformed. That summer Speakers' Corner had seen a small surge of xenophobia that was untypical of the British, and untypical of this war — followers of Oswald Mosely excepted.

 

 

BLACK OUT

 

---------------------------------

 

Ο Θείος του Τρόι, ο Νικολάι, του θύμιζε πάντα έναν χαρακτήρα του Έντουαρντ Λίαρ — πρόσωπο κατάλληλο για λιμερίκι. Όμως, καθώς κανένα δεν ταίριαζε ακριβώς, είχε φτιάξει το δικό του εκεί γύρω στα δέκα του χρόνια, και είχε φτάσει μέχρι το «Ήταν ένας γέρος από την Ονδούρα, Που’ χε πρόσωπο μικρό σα μινιατούρα» αλλά όχι παραπέρα. Φυσικά, το πρόσωπο του Νικολάι δεν ήταν τόσο μικρό· φαινόταν έτσι επειδή ήταν θαμμένο κάτω από μια μάζα μαλλιών και μια πλούσια γενειάδα και, συνήθως, πίσω από γυαλιά. Γενικά, το επίθετο «μικρός» ήταν ως ένα βαθμό ταιριαστό. Με ύψος ένα μέτρο και πενήντα επτά εκατοστά, δεν χρειαζόταν ένα, αλλά δύο κιβώτια από αυτά που χρησιμοποιούσαν στη Γωνιά του Ομιλητή ως πρόχειρο βήμα, για τις μακρές του αγορεύσεις τα πρωινά της Κυριακής. Ο Τρόι ήξερε ότι στεκόταν στις μύτες των ποδιών του μόνο και μόνο για τα πέντε εκατοστά παραπάνω που του επέτρεπαν να τεντώνεται και να γέρνει πάνω από το αυτοσχέδιο αναλόγιο και να χειρονομεί προς το πλήθος.

Ο Τρόι τον είχε πετύχει στα μισά μιας τέτοιας αγόρευσης σε μια πόζα αλά Λένιν, με το αριστερό χέρι να στηρίζεται ολόκληρο πάνω στο αναλόγιο και το δεξί να σαρώνει το πλήθος με την παλάμη να κλείνει αφήνοντας τον δείχτη να τους διαλέγει έναν προς έναν, σαν οι λέξεις να απευθύνονται αποκλειστικά στον καθένα απ’ αυτούς.

«Και είναι η Βρετανία των μεταπολεμικών χρόνων στην οποία πρέπει τώρα να στραφούμε. Ήρθε η ώρα να μιλήσουμε για πράγματα δεκάδες..»

«Για λάχανα και βασιλιάδες», φώναξε ένας μορφωμένος χιουμορίστας από το πλήθος.

«Στο διάολο τα λάχανα», απάντησε ένας ακόμη πιο πνευματώδης χιουμορίστας, «έχω δει τόσα από τα αναθεματισμένα, τα τελευταία πέντε χρόνια, που μου φτάνουν και μου περισσεύουν για μια ζωή.».

Κάτω από τις γκρίζες μπούκλες που πλαισίωναν το πρόσωπό του, ήταν αδύνατον να διακρίνει κανείς αν ο Νικολάι Ροντιονόβιτς χαμογελούσε ή όχι. «Μετά τον τελευταίο πόλεμο, μας υποσχέθηκαν..»

«Τι εννοείς "μας";» ακούστηκε μια άλλη φωνή από το πλήθος. «Είσαι τόσο Άγγλος όσο είναι αγγλικά τα βατραχοπόδαρα και το ξινολάχανο.»

«Ναι, όπως πολύ καλά γνωρίζετε, κύριε Ρόμπινσον, είμαι Ρώσος. Εσείς ο ίδιος με προκαλέσατε με τούτο το γεγονός, απ’ όσο θυμάμαι, το καλοκαίρι του 1938, και μάλιστα με τέτοιους προσβλητικούς όρους, που ένα μέλος της αστυνομίας του Λονδίνου ένιωσε υποχρεωμένο να παρέμβει και να σας συγκρατήσει!»

Ο Τρόι ήταν ο εν λόγω αστυνόμος. Εκτός υπηρεσίας, αλλά ένστολος. Εκείνο το καλοκαίρι η Γωνιά του Ομιλητή γνώρισε ένα μικρό κύμα ξενοφοβίας, το οποίο ήταν ασυνήθιστο για τους Βρετανούς και ασυνήθιστο γι' αυτόν τον πόλεμο — με εξαίρεση τους οπαδούς του Όσβαλντ Μόσλι.

bottom of page